Τετάρτη, 6 Σεπτεμβρίου 2017

Ας μιλήσουμε για την Angela Calomiris

Γεννήθηκε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης το 1916, από ελληνοαμερικανούς γονείς. Ο πατέρας της, εργάτης σε γουναράδικο, έμεινε άνεργος στα χρόνια της Μεγάλης Ύφεσης και η οικογένειά της, για κάποια χρόνια θα στερηθεί τα στοιχειώδη. Παρά ταύτα, η νεαρή Άντζελα, με λεσβιακό σεξουαλικό προσανατολισμό και έκδηλη αρρενωπότητα, θα δραστηριοποιηθεί επαγγελματικά ως φωτορεπόρτερ, ενώ θα ασχοληθεί και με την καλλιτεχνική φωτογραφία, με μέντορα τον μεγάλο φωτογράφο Sid Grossman. Ήδη, από τα μέσα της δεκαετίας του 1930, θα ενταχθεί σε μια φωτογραφική συλλογικότητα, με ριζοσπαστικό κοινωνικό και αριστερό προσανατολισμό, την περίφημη και ιστορική πια, Photo League, της οποία ιδρυτές ήταν ο Sid Grossman και ο επίσης σπουδαίος Sol Libsohn.

Zoom in (real dimensions: 658 x 830)Εικόνα
«Πατέρα και γιος», φωτογραφία της Angela Calomiris, κάπου μεταξύ 1938-1942. Η φωτογραφία παρουσιάστηκε στην έκθεση «The Women of the Photo League at Higher Pictures Gallery», Νέα Υόρκη 2009.

Το 1942, η Calomiris, θα προσεγγιστεί από δύο πράκτορες του FBI. Θα της προτείνουν να ενταχθεί στο Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ, προκειμένου να συγκεντρώσει όσα περισσότερα στοιχεία μπορεί για τα μέλη του και τις οικονομικές δραστηριότητές του. Η Calomiris, θα δεχθεί την πρόταση των πρακτόρων και σε λίγο, μέσω των διασυνδέσεων που είχε με την αριστερή συλλογικότητα στην οποία ανήκε, θα στρατολογηθεί στο Κόμμα.

Με το ζήλο του νεοφώτιστου, θα αρχίσει να εργάζεται στην αρχή ως κατώτερο και στη συνέχεια ως μεσαίο στέλεχος, σκληρά για το ΚΚ. Η δουλειά της, καθαρά γραφειοκρατική, στα πλαίσια του οικονομικού τμήματος, γεγονός που θα της δώσει την μοναδική ευκαιρία να συγκεντρώσει ένα τεράστιο αριθμό δεδομένων για τις ταυτότητες των μελών του κόμματος, για τις οικονομικές του δραστηριότητες, για τις σχέσεις του με συνδικαλιστικές και πολιτιστικές οργανώσεις που λειτουργούσαν ως προμετωπίδες, κλπ. Όλα αυτά τα στοιχεία, θα τα παραδίδει σε τακτικά χρονικά διαστήματα στο FBI, έναντι εννοείται αδρής χρηματικής αμοιβής· παράλληλα θα συνεχίσει να πληρώνεται για την δουλειά της στη φωτογραφία.

Τον Απρίλιο του 1949, αρχίζει μια σειρά δικών ενάντια στα ηγετικά μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος των ΗΠΑ. Η βασική κατηγορία είναι ότι αποτελούν πράκτορες ξένης δύναμης και ως στόχο έχουν τη βίαιη ανατροπή μέσω επανάστασης, της κυβέρνησης των ΗΠΑ. Οι δίκες θα κρατήσουν σχεδόν μέχρι το 1958 και θα οδηγήσουν πολλούς Αμερικανούς κομμουνιστές στις ομοσπονδιακές φυλακές, για πολλά χρόνια.

Zoom in (real dimensions: 1280 x 1027)Εικόνα
Στιγμιότυπο από την δίκη του Απριλίου 1949. Ο Benjamin Davis, εκδότης της εφημερίδας του ΚΚ Daily Worker, υπεύθυνος για την πολιτική του κόμματος στους έγχρωμους και ο βετεράνος του ισπανικού εμφυλίου και του Β´ Παγκόσμιου Πολέμου Robert G. Thompson, μαζί με υποστηρικτές τους.


Η βασική υπερασπιστική γραμμή των κομμουνιστών ήταν ότι επιδίωκαν την κατάληψη της εξουσίας με νόμιμα κοινοβουλευτικά μέσα και ότι η δίωξή τους, ήταν ενάντια στις αρχές του αμερικανικού συντάγματος που προστάτευαν την ελευθερία της οργάνωσης και την ελευθερία του λόγου. Από την πρώτη δίκη όμως, έγινε άμεσα αντιληπτό από τους κατηγορούμενους, ότι οι διωκτικές αρχές, γνώριζαν πολλά και είχαν συσσωρεύσει έναν τεράστιο αριθμό στοιχείων, που μόνο από εσωτερική πληροφόρηση θα μπορούσε να προέρχεται.

Πράγματι, η Angela Calomiris, από την πρώτη δίκη, θα αποκαλυφθεί δημόσια και θα καταθέσει επίσημα ενάντια στους κατηγορούμενους, αφήνοντας άναυδους τους παλιούς φίλους και συντρόφους της. Η συνεισφορά της στην καταδίκη των ηγετών του Κ.Κ. ήταν καταλυτική, όπως και στο κλείσιμο, δύο χρόνια μετά, από τις δικαστικές αρχές, της Photo League.

Η κυρία Calomiris, λίγο μετά τα γεγονότα, θα κερδίσει μια σύντομη και εντελώς επιφανειακή δημοσιότητα. Θα δώσει συνεντεύξεις σε εφημερίδες, περιοδικά, θα πρωταγωνιστήσει σε ραδιοφωνικές εκπομπές. Θα γράψει μάλιστα και τα απομνημονεύματά της, όπου και θα τα εκδώσει το 1951, θέλοντας να εμφανίσει τον εαυτό της ως μια νέα Μάτα Χάρι, που εργάστηκε για την πατρίδα της. Στο βιβλίο της θα δείξει ένα εντυπωσιακά κενό και ταυτόχρονα κυνικό χαρακτήρα, λοιδορώντας και σαρκάζοντας συνεχώς τους πρώην κομμουνιστές συντρόφους και συνεργάτες της, μεταξύ άλλων και τον Sid Grossman. Περιγράφει τα μέλη του Κόμματος ως άτομα «πληκτικά μέχρι θανάτου», τους κατηγορεί για ρατσισμό, ενώ θεωρεί ως κίνητρο ένταξης για τους πιο πολλούς, την έλλειψη ικανοποιητικής κοινωνικής ζωής. Το βιβλίο της δεν θα έχει κάποια εμπορική επιτυχία, ενώ ο ισχυρισμός της ότι τα έκανε όλα για «την δόξα» δεν θα γίνει πιστευτός από κανέναν, αφού όλοι γνώριζαν ότι το κίνητρο ήταν τα χρήματα και μόνο αυτά.

Για το Κομμουνιστικό Κόμμα των ΗΠΑ όμως, θα αρχίσει μια μακριά περίοδος «ενδοσκόπησης», οργανωτικής παρακμής· η πρακτορολογία και  οι διαδικασίες συνεχούς «επαγρύπνησης», που θα χαρακτηρίζουν την δράση του στα επόμενα χρόνια, θα είναι ισοδύναμα με μία «γενική και μη αναστρέψιμη μιζέρια», γεγονός που θα το οδηγήσει σχεδόν στην εξαφάνιση στα τέλη της δεκαετίας του 1980. Το ΚΚ ΗΠΑ, μετά την άνοδό του κατά την διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης και την οργανωτική του ακμή στην περίοδο του «αντιφασιστικού αγώνα» με τα γνωστά λαϊκομετωπικά σχήματα, θα αποτελέσει τον μεγάλο ηττημένο του «Ψυχρού Πολέμου».


Zoom in (real dimensions: 371 x 499)Εικόνα

Zoom in (real dimensions: 414 x 540)Εικόνα
Η πράκτορας θα ξεχαστεί σύντομα και εννοείται, δεν θα μπορέσει ποτέ πια να δουλέψει ως φωτογράφος, ακόμα και σε mainstream συντηρητικά media. Θα αναγκαστεί να μετακομίσει στη Μασαχουσέτη, όπου θα ανοίξει ένα πανδοχείο. Πέθανε στις 30 Ιανουαρίου 1995 στο San Miguel de Allende του Μεξικού.


Παρασκευή, 6 Ιανουαρίου 2017

Βερολίνο 1918-1919 : Η Νοεμβριανή Επανάσταση και οι Σπαρτακιστές

25 φωτογραφίες από το αρχείο του Ηλία Πετρόπουλου, όπως δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό "Ιχνευτής", τον Νοέμβριο του 1988, στα πλαίσια αφιερώματός του στη ζωή και στην εποχή της Ρόζας Λούξεμπουργκ. 

Τα σχόλια είναι του Ηλία Πετρόπουλου. 

Η εξέγερση άρχισε τον Οκτώβριο του 1918 στον πολεμικό ναύσταθμο του Κιλ. Αμέσως ξεσηκώθηκαν στο Βερολίνο το προλεταριάτο και οι στρατιώτες. Η κατατρομαγμένη μπουρζουαζία έβλεπε να επαναλαμβάνεται το επάρατο σοβιετικό σενάριο. Η επανάσταση ξεκινάει στις 9 Νοεμβρίου του 1918.











Τα πρώτα θύματα της επανάστασης κηδεύονται . Οι Σπαρτακιστές είναι εξαγριωμένοι. Η μπουρζουαζία επαφίεται στο επιτελείο, μα οι στρατηγοί δεν έχουν εμπιστοσύνη στους φαντάρους της πρωτεύουσας. Θα καλέσουν τα πρωσικά τάγματα ...





















Ο λαός εξαντλείται σε ανώφελες επιδείξεις. Η σοσιαλδημοκρατία ελπίζει ότι το επιτελείο θα τσακίσει τους Σπαρτακιστές. Υποτίθεται πως υπάρχει κάποια κυβέρνηση. Οι επαναστάτες διστάζουν ν' αρπάξουν την εξουσία.














Ο Δεκέμβριος αρχίζει να κυλάει με σποραδικές οδομαχίες. Η Ρόζα Λούξεμπουργκ είναι περισσότερο διανοούμενη απ' όσο χρειάζεται. Και γι' αυτό δηλώνει: θα ήταν εγκληματικό λάθος το να πάρουμε σήμερα την εξουσία. Η μεγάλη σφαγή προετοιμάζεται μεθοδικά μέσα στις κλειστές αίθουσες του επιτελείου.




 


Ο Λίμπκνεχτ βγάζει συνεχώς λόγους. Η σοσιαλδημοκρατία τον έχει απομονώσει για τα καλά. Στις 16 Δεκεμβρίου μπαίνει στο Βερολίνο η πρωσική φρουρά. Οι κατασυγκινημένοι μπουρζουάδες ραίνουν με άνθη τους πιστούς στρατιώτες. Η ευγνωμοσύνη είναι πολύ ευάισθητο αίσθημα. 



Στις 9 Ιανουαρίου 1919 ο Λίμπκνεχτ βγάζει τον τελευταίο του λόγο. Στις 15 Ιανουαρίου πιάνουν τον Λίμπκνεχτ και την Λούξεμπουργκ και τους δολοφονούν με τον τρόπο που μόνον η κτηνώδης μπουρζουαζία ξέρει να δολοφονεί. Φυσικά, επακολούθησε μια μεγαλειώδης κηδεία για να ξεθυμάνει ο λαός.
















Ο λαός κατέχει το δρόμο,αλλά δεν κατέχει την εξουσία. Φαντάροι, ναύτες και προλετάριοι έχουν πιάσει τα κεντρικά σημεία του Βερολίνου, αλλά διστάζουν να προχωρήσουν. Αυτόν τον δισταγμό, θα τον πληρώσουν με το τομάρι τους.















Ο στρατός προβαίνει σε εκκαθαριστικές επιχειρήσεις. Αρχίζοντας από το κέντρο, καταλαμβάνει μία-μία όλες τις εργατικές συνοικίες, χρησιμοποιώντας πολυβόλα, κανόνια, τεθωρακισμένα και, προπάντων φλογοβόλα.











Οι επαναστάτες δεν έχουν παρά να τραγουδήσουν το Επέσατε θύματα. Όπως απεδείχθη, οι Σπαρτακιστές δεν ήσανε προετοιμασμένοι για ν' αντιμετωπίσουν μια στρατιωτική επέμβαση είτε των πρωσικών ταγμάτων, είτε της Λαϊκής Φρουράς που είχε οργανώσει ο καγκελάριος Έμπερτ.










Οι Σπαρτακιστές δεν ξέρανε ότι τα στρατευμένα παιδιά του λαού μπορούν κάλλιστα, να σκοτώνουν τα επαναστατημένα παιδιά του λαού. Σήμερα πια το ξέρουμε, αφού όλοι οι δικτάτορες δεν βασίζονται στην αστυνομία, αλλά στον στρατό.


















Το τέλος υπήρξε μακάβριο. Οι στρατιώτες ετουφέκιζαν επί τόπου, όποιον επαναστάτη έπιαναν. Στην συνοικία του Λίχτενμπεργκ έγινε το μεγάλο μακελειό. Τον Μάρτιο του 1919 όλα είχαν τελειώσει. Η Δημοκρατία της Βαϊμάρης ξεπήδησε μέσα από το αίμα των Σπαρτακιστών.












Ωστόσο, η επανάσταση έπιανε να κατηφορίζει προς την Βαβαρία. Στις 13 Απρίλίου του 1919 ξεσηκώθηκαν οι Σπαρτακιστές του Μονάχου. Ο λαός είχε εξαγριωθεί από την δολοφονία του Κουρτ Άϊσνερ. Την ίδια στιγμή οι μπουρζουάδες της Λειψίας απαιτούσαν να σταματήσει το χάος και η αναρχία. Σε λίγο θα ξεσπάσει η επανάσταση του Μπέλα Κουν.



















Σημείωση Μ.Ι.: Δεν ήταν μόνο η επανάσταση του Νοεμβρίου και η αιματηρή καταστολή της, από τη γερμανική σοσιαλδημοκρατία. Σε όλη την διάρκεια της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, οι διώξεις ενάντια στους αντιπάλους της, θα συνεχιστούν αμείωτες. Τα έκτροπα των παρακρατικών σωμάτων και συμμοριών στην αιματηρή κατάπνιξη της απεργίας στην κοιλάδα του Ρουρ, η δολοφονική επίθεση ενάντια στους διαδηλωτές του Αμβούργου, οι απροκάλυπτα βίαιες επιθέσεις ενάντια στις αριστερές κυβερνήσεις της Βαβαρίας, Θουριγγίας και της Σαξονίας, θα αποτελέσουν μερικές από τις πλέον μελανές σελίδες στην ιστορία της γερμανικής σοσιαλδημοκρατίας, σελίδες που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα από ανάλογες των Ναζί.

Από τα παρακρατικά σώματα που δημιούργησαν οι Έμπερτ, Νόσκε, θα ξεπηδήσουν τα "Τάγματα Εφόδου" και ο ναζισμός. Η σφαγή των Σπαρτακιστών θα ανοίξει τον δρόμο στον Χίτλερ, όσο και να προσπαθούν οι λειτουργικοί διανοούμενοι της μπουρζουαζίας να μας πείσουν, ότι "για την άνοδο του ναζισμού", έφταιγαν τάχα οι κομμουνιστές, "γιατί δεν υποστήριξαν την σοσιαλδημοκρατία στο μεταρρυθμιστικό της πρόγραμμα και στα ... δημοκρατικά της σχέδια". Μιλάμε για μια αήθη, αλλά και γελοία προσπάθεια πλαστογράφησης της ιστορίας και διαστρέβλωσης της πραγματικότητας, προκειμένου το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα να βγει αθώο και ανέγγιχτο από όλη αυτήν τη βρώμικη ιστορία.

Τρίτη, 20 Δεκεμβρίου 2016

Χριστουγεννιάτικη ιστορία


Μίτσιγκαν, 1913. Η Μεταλλευτική Εταιρεία Κάλουμετ και Χέκλα, ανακοινώνει πανηγυρικά, μέρισμα 400 δολαρίων στους μετόχους της. 

Τον Ιούλιο του ίδιου έτους, 15.000 χαλκωρύχοι της ίδιας εταιρείας, με μεροκάματο περίπου ένα δολάριο την ημέρα, ξεκινούν έναν επίπονο και σκληρό απεργιακό αγώνα που θα κρατήσει σχεδόν εννέα μήνες και θα αποτελέσει μία από τις συγκλονιστικότερες κινητοποιήσεις στην ιστορία του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. 

Οι στόχοι του αγώνα, δεν θα είναι άλλοι, από τη μείωση των ωρών εργασίας, την αύξηηση του μεροκάματου και την αναγνώριση του ταξικού τους συνδικάτου, της Δυτικής Ομοσπονδίας Μεταλλωρύχων. 

Η εργοδοσία, αρνήθηκε τα αιτήματα των εργατών, δίνοντας μόνο κάποιες αόριστες υποσχέσεις, για κάποια αύξηση του ημερομισθίου. 

Ο ταξικός αγώνας, θα είναι ανελέητος και σε κάποιες περιπτώσεις θα πάρει τη μορφή ενός μίνι εμφυλίου πολέμου. Απεργοσπάστες, η έφιππη πολιτοφυυλακή της Πολιτείας του Μίτσιγκαν, ιδιωτικοί μπάτσοι και μπράβοι-κοινωνικά αποβράσματα, θα μπούν στην υπηρεσία των αφεντικών. 



Ηγετική μορφή από την πλευρά των εργατών, η σλοβενικής καταγωγής, Annie Clemenic, μια νέα και δυναμική γυναίκα, που οι εργάτες την αποκαλούσαν χαϊδευτικά (λόγω του ύψους της, 1,88  μέτρα), "Big Annie".



Την παραμονή των Χριστουγέννων του 1913, η Annie, θα οργανώσει στoν δεύτερο όροφο του κτιρίου  Italian Hall στην (τότε - σήμερα είναι ένα χωριό 700 κατοίκων) κωμόπολη Calumet, ένα χριστουγεννιάτικο πάρτυ, προκειμένου να διασκεδάσουν τα παιδιά των απεργών. 



Το τι έγινε, μας το περιγράφει η κομμουνίστρια ακτιβίστρια και συνδικαλίστρια Έλα Ριβ Μπλουρ ("μάνα" Μπλουρ), που βρισκόταν εκεί, στο βιβλίο της "Είμαστε πολλοί":

Παραμονή Χριστουγέννων, τα παιδιά θα μαζευτούν στην αίθουσα που η Άννι είχε στολίσει το δέντρο. Αφού τραγουδήσαμε όλοι μαζί, μοιράστηκαν τα δώρα και μια δεκατριάχρονη με μακριές κοτσίδες, φινλανδικής καταγωγής, κάθισε στο πιάνο και άρχισε να παίζει.

Η πόρτα άνοιξε και κάποιος άρχισε να φωνάζει "Φωτιά, φωτιά". 

Δεν υπήρχε πυρκαγιά, δεν υπήρχε καμιά φωτιά. Τα παιδιά όμως, πανικόβλητα και σε εντελώς αλλόφρονη κατάσταση, άρχισαν να τρέχουν προς την έξοδο προκειμένου να σωθούν, παρά το γεγονός ότι η Άννι προσπαθούσε συνέχεια να τα καθηυσχάσει, φωνάζοντας, "ηρεμήστε παιδιά, δεν υπάρχει φωτιά". 

Όσοι είμαστε γύρω από την εξέδρα, δεν μπορούσαμε να δούμε πόσα παιδιά έλειπαν, η αίθουσα ήταν ακόμα γεμάτη. Η μικρή συνέχιζε να παίζει πιάνο...

Δεν πέρασαν πέντε λεπτά και η πίσω πόρτα της αίθουσας άνοιξε. Ένας άντρας μπήκε, κρατώντας στην αγκαλιά του ένα άψυχο παιδικό κορμάκι. Στη συνέχεια ακολούθησε ένας άλλος κι ένας άλλος ... Τα νεκρά παιδάκια αφήνονταν στην εξέδρα, κάτω από το δέντρο. Εβδομήντα τρία παιδιά, όλα νεκρά. 
>>>
Στην αίθουσα βασίλευε νεκρική σιγή. Το θέαμα ήταν φρικτό. Η Άννι άρχισε να ουρλιάζει: "Είναι και άλλα; Εϊναι και άλλα παιδιά;". Ένας μπάτσος της είπε ατάραχα: - Τι κάνεις έτσι; Δικά σου είναι όλα αυτά; Η Άννι απάντησε κλαίγοντας με λυγμούς: - Δικά μου είναι, είναι όλα δικά μου ... 



Μαζί με τους γονείς που έσπευδαν αλλόφρονες να βρουν και να πάρουν τα παιδιά τους, κατέφτασαν και οι παπάδες. Άρχισαν να προσεύχονται για τους νεκρούς... Τους προηγούμενους μήνες είχαν ταχθεί ενάντια στην απεργία, κήρυτταν συνέχεια από τον άμβωνα για το πόσο καταστροφική ήταν. Αυτό παραήταν πολύ για την Άννι. Φώναζε συνέχεια:
"- Μην αφήσετε τους παπάδες, τους απεργοσπάστες παπάδες να αγγίξουν τα παιδά". Οι μπάτσοι τη συνέλαβαν.  
 
Τις ημέρες που ακολούθησαν, έγινε αστυνομική και δικαστική έρευνα. Το αποτέλεσαμα αναμενόμενο: Κανείς δεν έμαθε ποιοι ήταν αυτοί που έσπειραν τον πανικό. Το όνομα αυτού που πρώτος φώναξε "φωτιά", δεν έγινε ποτέ γνωστό. Οι εργάτες όμως ήταν σίγουροι πως ήταν κάποιος πληρωμένος πράκτορας της εταιρείας που ήθελε να διαλύσει τη γιορτή. 

Η απεργία, αν και αποτυχημένη, θα αποτελέσει σταθμό για την περαιτέρω ανάπτυξη του εργατικού κινήματος στις ΗΠΑ. 

Στα χρόνια που ακολούθησαν, η περιοχή παρήκμασε. Ο χαλκός έχασε την αρχική του σημασία για τη βιομηχανία, τα ορυχεία εξαντλήθηκαν, οι περισσότεροι εργάτες μετακινήθηκαν στα εργοστάσια αυτοκινήτων του Ντιτρόιτ ή στρατεύθηκαν μετά την είσοδο των ΗΠΑ στον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο το 1917. Το τελευταίο ορυχείο χαλκού θα στην περιοχή, θα κλείσει το 1995.

Σήμερα το μόνο που θυμίζει την καταστροφή είναι ένα σεμνό μνημείο στο χωριό Calumet και κάποια τραγούδια όπως αυτό του Woody Guthrie, "1913 massacre", που θα το ξαναφέρει στην επιφάνεια ο Bob Dylan την δεκαετία του 1960. 




Παραπομπές:


- Ο κατάλογος των θυμάτων. Κυρίως παιδιά μεταναστών από τη Φινλανδία.

- "Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών" του Ζιν. Αν και δεν κάνει μνεία στο γεγονός, δεν παύει να είναι βιβλίο αναφοράς για την κοινωνική ιστορία των ΗΠΑ, του εργατικού της κινήματος και της επαναστατικής κατάστασης που προηγήθηκε του Μεγάλου Πολέμου, στη λεγόμενη "προοδευτική περίοδο" των ετών 1900-1917. 

- Ella Reeve Bloor, We Are Many: An Autobiography. New York: International Publishers, 1940. Η αυτοβιογραφία της "Μάνας Μπλουρ", της αριστερής φεμινίστριας που η δράση της άφησε εποχή στο αμερικανικό εργατικό κίνημα. 

- "Labor's Untold Story", των Richard O. Boyer, Herbert Morrais, 
Cameron Associates; Πρώτη έκδοση (1955). Μεγάλο βιβλίο, από δύο επίσης μεγάλους συγγραφείς, ιστορικούς του αμερικανικού συνδικαλιστικού κινήματος. Η ενδελεχής και ακριβής γνώση του παρελθόντος, επιτρέπει να ατενίζεις το μέλλον αισιόδοξα.


Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Υπόθεση "Ειδικό Δικαστήριο", Παρίσι 21 Αυγούστου 1941

Η αλλιώς, "Η υπόθεση του Ειδικού Τμήματος του Εφετείου των Παρισίων".

21 Αυγούστου 1941, Παρίσι, υπό γερμανική κατοχή. Στο μετρό, την 8η πρωινή, ένας άγνωστος νέος, δολοφονεί εν ψυχρώ, τον Γερμανό δόκιμο αξιωματικό του Ναυτικού, Alfons Moser. Όπως αποδείχθηκε αργότερα, δράστης της επίθεσης, ήταν ο Pierre Georges, κομμουνιστής νεολαίος, που θα γίνει γνωστός στην διάρκεια της Αντίστασης με το θρυλικό προσωνύμιο “Συνταγματάρχης Fabien”. Ο Pierre Georges, αποφάσισε την εκτέλεση, ως αντίποινα για τη σύλληψη από τους Γερμανούς, κομμουνιστών, ελευθερομασόνων και Εβραίων, μια απόφαση, που η υλοποίησή της, σήμαινε και το πέρασμα της γαλλικής αντίστασης ενάντια στους Γερμανούς, σε μια νέα ποιότητα, αυτή, της ένοπλης, στρατιωτικής πια, αντιπαράθεσης.

Το Γερμανικό Ναυτικό, μετά το συμβάν, με επίσημο έγγραφό του στη γαλλική κυβέρνηση, ζητάει:

- Αντίποινα.
- Πληροφόρηση για τις εκτιμήσεις και εν γένει τις αντιλήψεις της γαλλικής κυβέρνησης, επί του θέματος. Απειλεί δε, ότι σε περίπτωση επανάληψης παρόμοιου γεγονότος, θα εκτελεστούν άτομα, ανήκοντα στη γαλλική ελίτ, είτε οικονομική, είτε πνευματική, ανεξάρτητα των πολιτικών πεποιθήσεών τους.


Η δοσιλογική γαλλική κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Στρατάρχη Πεταίν, απαντάει ότι η δολοφονία ήταν έργο των κομμουνιστών και επί τούτο, λαμβάνει τα εξής μέτρα:

- Άμεση συγκρότηση Ειδικού Δικαστηρίου (Section spéciale), του οποίου οι αποφάσεις θα ήσαν αμετάκλητες, χωρίς δικαίωμα έφεσης ή αναστολής από την πλευρά των καταδικασθέντων.
- Άμεση υποβολή των δικογραφιών των κυριότερων φυλακισμένων κομμουνιστικών στελεχών που βρίσκονται υπό την ευθύνη της
(μιλάμε για δευτεροκλασσάτα στελέχη, αφού οι σπουδαιότεροι και οι έχοντες σοβαρή δράση, παραδίδονταν από τη Γαλλική Αστυνομία κατευθείαν στη Γκεστάπο).
- Άμεση εκδίκαση και εκτέλεση των καταδικαστικών αποφάσεων σε δημόσιο χώρο και μάλιστα με Νόμο, που καταδικάζει σε θάνατο την κομμουνιστική δράση και προπαγάνδα. Το άρθρο 10 του Νόμου, έδινε και την αναδρομική ισχύ του: "Η ποινική δίωξη δύναται οποτεδήποτε να ασκηθεί, ασχέτως αν η πράξη έχει τελεστεί πριν της δημοσιεύσεως του Νόμου".

Πραγματικά, αμέσως μετά, δημοσιεύτηκε αυτός ο Αναγκαστικός Νόμος, με ημερομηνία μάλιστα προγενέστερη, 14 Αυγούστου 1941, προκειμένου να μη φανεί στην κοινή γνώμη, ότι υπήρχε σχέση με την υπόθεση της δολοφονίας του Γερμανού δόκιμου.

Συντάκτης του νόμου, ήταν ένα επιφανής νομικός, καθηγητής Συνταγματικού Δικαίου στο Παρίσι, ο Joseph Barthélemy, που υπηρέτησε ως υπουργός Δικαιοσύνης στην Τέταρτη και Πέμπτη Κυβέρνηση Πεταίν (Φεβρουάριος 1941 – Απρίλιος 1942). [Σημειωτέον, ο Joseph Barthélemy ήταν ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους διανοούμενους του Μεσοπολέμου, με πλούσιο επιστημονικό έργο – από τον πολιτικό και οικονομικό φιλελευθερισμό, λόγω του φόβου του από τη ριζοσπαστικοποίηση των μαζών κατά την περίοδο της Τρίτης Γαλλικής Δημοκρατίας, θα περάσει στην Άκρα Δεξιά και στο φασισμό και θα υπηρετήσει πιστά τον Πεταίν και το καθεστώς του Βισύ. Θα βρει τον θάνατο από καρκίνο στη φυλακή το 1945, πριν προλάβει η Ελεύθερη Γαλλία να τον δικάσει].

Ο Νόμος ήταν εξωφρενικός, αφού παραβίαζε όλες τις παραδοσιακές νομικές αρχές κάθε πολιτισμένου κράτους και ακόμα περισσότερο το ίδιο το γαλλικό Σύνταγμα, που από τον Σεπτέμβριο του 1791, όριζε ότι: α. Κανένας νόμος δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, β. Κανένας δεν μπορεί να καταδικαστεί σε δεύτερη ποινή για το ίδιο αδίκημα.

Παρά ταύτα, η υλοποίηση της απόφασης έπρεπε να προχωρήσει και άμεσα – όχι χωρίς αντιδράσεις και παραιτήσεις από ευσυνείδητους δικαστικούς – συστήθηκε το Ειδικό Δικαστήριο, που θα δίκαζε και εκ των προτέρων θα καταδίκαζε τους φυλακισμένους κομμουνιστές, που ήσαν ήδη μέσα με χαμηλές ποινές για την προηγούμενη δράση τους.

Τελικά, παρά την αρνητική ψήφο ενός ευσυνείδητου δικαστικού, του René Linais, καταδικάστηκαν σε θάνατο οι κομμουνιστές, André Bréchet , Emile Bastard, και Αβραάμ Trzebrucki, οι οποίοι θα οδηγηθούν στη γκιλοτίνα στις 28 Αυγούστου 1941. Στις 20 και 21 Σεπτεμβρίου, θα καταδικαστούν σε θάνατο, ακόμα τέσερις κομμουνιστές, μεταξύ των οποίων και ο πρώην βουλευτής του Κ.Κ. Γαλλίας, Ζαν Κοτελάς. Ο τέταρτος, θα καταδικαστεί ως "πριμ" για τους Γερμανούς, προκειμένου να αποζημιωθούν για την όποια καθυστέρηση στην εκτέλεση των αποφάσεων (ο ορισμός του απόλυτου εξευτελισμού).

[Ένας μεγάλος κύκλος βίας θα ανοίξει και δεν θα τελιώσει, παρά μόνο τους πρώτους μήνες μετά την Απελυεθέρωση. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Γαλλίας, στο τέλος της Κατοχής, θα μετρήσει περίπου 75.000 εκτελεσμένα μέλη και θα πάρει τον τιμητικό τίτλο του "κόμματος των εκτελεσμένων". Μεταξύ των νεκρών, θα είναι ηγετικά στελέχη, όπως ο συνδικαλιστής Pierre Semard, ο δημοσιογράφος Gabriel Péri (Peri), ο πολύ γνωστός μας, φιλόσοφος Πολιτσέρ, ο μαρξιστής στοχαστής Valentin Feldman. Τόπος εκτελέσων,  ο Λόφος Βαλεριάν (Μον Βαλεριάν), που ο Λουί Αραγκόν, ονόμασε "Γολγοθά του Παρισιού"].




Ο θλιβερός Joseph Barthélemy, προσφωνώντας τους επίσης θλιβερούς δικαστές του Ειδικού Δικαστηρίου, είπε : “χαιρετίζω τη σοφία σας, την ανεξαρτησία στο χαρακτήρα σας και την ευσυνειδησία σας”. Μιλάμε για ανέκδοτο βέβαια, αφού οι δικαστές καταδίκασαν συνειδητά αθώους ανθρώπους σε θάνατο, προκειμένου να μην θιχτούν άνθρωποι της γαλλικής αριστοκρατίας.

Όσο αφορά τους εκτελεσθέντες, κράτησαν όλοι τους άψογη στάση, τόσο ως κομμουνιστές, όσο και ως πατριώτες. Ως σφραγίδα της υπόθεσης, αξίζει να αναφερθεί ένα απόσπασμα από την τελευταία επιστολή του Μπρεσσέ προς τη σύζυγό του:
“θεωρώ ότι απόψε ή αύριο δεν θα είμαι πια παρά μια ανάμνηση, θα πεις στο μικρό, ότι ο πατέρας του πέθανε υπερασπίζοντας τη ζωή των ταπεινών ανθρώπων, υπερήφανος ως Γάλλος και ως κομμουνιστής, χωρίς να μετανιώσει ποτέ για τίποτα”.

Zoom in (real dimensions: 335 x 448)Εικόνα
Ο André Bréchet.

Zoom in (real dimensions: 252 x 323)Εικόνα
Ο μόλις 21 ετών κομμουνιστής, Emile Bastard. Είχε ήδη καταδικαστεί σε τριετή φυλάκιση για "κομμουνιστική δράση" και ανέμενε την απόφαση του Εφετείου στο οποίο είχε προσφύγει.

Διαβάστε:

- Η ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΕΙΔΙΚΟΥ ΤΜΗΜΑΤΟΣ του HERVE VILLERE Πρόλογος ΜΙΧ. ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΣ Μετάφραση ΕΥΓΕΝΙΑ ΖΗΚΟΥ. VILLERE HERVE Εκδόσεις ΑΛΜΑ, Αθήνα 1975 ή 1976. Στα γαλλικά, L'affaire de la Section spéciale.

Ο Μιχαήλ Στασινόπουλος παύθηκε επί Χούντας από Πρόεδρος του Συμβουλίου Επικρατείας και διώχθηκε, επειδή αρνήθηκε να υπογράψει την απόλυση των δικαστικών που ήταν μη αρεστοί στο Καθεστώς των συνταγματαρχών. Υπερασπιζόμενος την έννοια της Δικαιοσύνης, έστω και με την αστική φιλοσοφική της έννοια, είπε το περίφημο “ουδείς διώκεται αναπολόγητος”. Στον πρόλογό του, γράφει μεταξύ άλλων: “σε βάραθρο μπορεί να πέσει ο δικαστής όταν στην υπέρτατη ώρα όπου παλεύει ανάμεσα στη φωνή της συνείδησής του και στη βάρβαρη εξωτερική πίεση, λυγίσει και παραβιάσει τη συνείδησή του”.

Ο συγγραφέας Hervé Villeré, για να γράψει το βιβλίο του, ζήτησε να συμβουλευθεί τους φακέλλους του Ειδικού Τμήματος - συνάντησε πολλές δυσκολίες και την αποτροπή του πρώτου υπουργού δικαιοσύνης της Τέταρτης Γαλλικής Δημοκρατία René Pleven, με την αιτιολογία, ότι υπάρχει κίνδυνος αφύπνισης των παθών !

Δείτε:

- Section spéciale (1975).

Zoom in (real dimensions: 400 x 567)Εικόνα

Η περίφημη ταινία του Κώστα Γαβρά, βασισμένη στην υπόθεση και στο βιβλίο του Hervé Villeré.Στο σενάριο, μαζί με τον σκηνοθέτη και ο μεγάλος συγγραφέας Joge Semprún.

Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Ο Ρίζος και οι μπινέδες της εξουσίας

Αθήνα, Αύγουστος 1931. Το πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο, σε γενικές γραμμές γνωστό: Στην εξουσία από το 1928, η κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου. Μια κυβέρνηση, που ενώ είχε στην αρχή, μεγάλες φιλοδοξίες προκειμένου να προχωρήσει σε αστικές μεταρρυθμίσεις, θα καταλήξει λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929, να διαχειρίζεται την ανέχεια και να προσπαθεί να περισώσει ότι μπορεί. Το 1929, εγκαινιάζονται και οι πρώτες επίσημες διώξεις κατά της Αριστεράς και των συνδικαλιστικών αγώνων, με το περίφημο Ιδιώνυμο. Μέσα σε αυτό το δυσοίωνο και ασταθές οικονομικό και πολιτικό περιβάλλον, αποκαλύπτεται και μια σειρά από σκάνδαλα κυρίως οικονομικής φύσεως (μπάζες, κόλπα, λοβιτούρες), που περιπλέκουν και επιτείνουν την ήδη κακή κατάσταση της χώρας.

Στις 11 Αυγούστου, ο Ριζοσπάστης, αποκαλύπτει ένα σκάνδαλο σεξουαλικής φύσεως, που αφορούσε υπουργό της κυβέρνησης, αλλά και έναν βουλευτή. Το άρθρο ξεικινούσε έτσι:
«Οι ανήθικοι αυτοί που έχουν λερωμένη τιμή, μιλάν για ηθική και συκοφαντούν του κομμουνιστές πώς θα χαλάσουν την οικογένεια. Ξεσκίζουμε τον οχετό της ανηθικότητας, της λέρας των εκμεταλλευτών της φτωχολογιάς.,

για να καταλήξει στα ονόματα και στα γεγονότα.  


Οι "αξιότιμοι" και "αξιοσέβαστοι" αυτοί κύριοι, "προμαχώνες της αστικής ηθικής" σύμφωνα με την εφημερίδα, διατηρούσαν παράνομη γκαρσονιέρα, ενώ σύχναζαν και σε σεπαρέ, έχοντας συντροφιά νέους καλών οικογενειών, αλλά και απλούς ναύτες ... Συντάκτης του άρθρου, ο μετέπειτα καπετάνιος του Γενικού Στρατηγείου του ΕΛΑΣ Άρης Βελουχιώτης, δημοσιογράφος τότε του Ριζοσπάστη, Θανάσης Κλάρας, που φαίνεται να είχε κάνει σοβαρή έρευνα, ώστε να δημοσιεύσει ατράνταχτες αποδείξεις, με ονόματα, διευθύνσεις, αλλά και ... φωτογραφίες. Στο άρθρο του, ο Κλάρας, αποκαλεί τους συγκεκριμένους πολιτικούς κίναιδους ή αλλιώς, για να εκφραστεί σε πιο απλή και κατανοητή από τον λαό γλώσσα, μπινέδες.

Η αντίδραση ήταν άμεση. Ο βενιζελικός τύπος αποκάλυψε το "ποιον", δηλαδή το ποινικό μητρώο του Θανάση Κλάρα (κλοπές, χαρτοπαιξία), ενώ ο υπουργός κινήθηκε νομικά ενάντια στην εφημερίδα, εκμεταλλευόμενος τον νεοψηφισθέντα νόμο "Περί Τύπου", κατηγορώντας την για συκοφαντική δυσφήμηση. Ο τύπος της Δεξιάς, θα κρατήσει μετριοπαθέστερη και μάλλον ουδέτερη στάση. Η "Καθημερινή", θα γράψει ότι είναι δικαίωμα του καθενός να κάνει ότι θέλει στην προσωπική του ζωή, αλλά ... ο κύριος υπουργός θα πρέπει να προσέξει, γιατί η δίκη μπορεί να γυρίσει μπούμερανγκ εναντίον του, υπονοώντας ότι οι καταγγελίες του Ριζοσπάστη ήταν αληθινές και το σκάνδαλο υπαρκτό.

Ο Ριζοσπάστης θα κλείσει βίαια από τις αστυνομικές αρχές, για να κυκλοφορήσει λίγες ημέρες αργότερα ως "Νέος Ριζοσπάστης", με το ίδιο δημοσιογραφικό επιτελείο και τον Θανάση Κλάρα, να συνεχίζει με τον ίδιο ρυθμό και με την ίδια βιαιότητα τις καταγγελίες του. Θα απαντήσει και στις κατηγορίες εναντίον του, αποδεχόμενος το αλήτικο παρελθόν του, αλλά δηλώνοντας την ηθική εξύψωση που υπέστη, μετά την ένταξή του στο ΚΚΕ και τη στράτευσή του στην απελευθέρωση του προλεταριάτου.


Zoom in (real dimensions: 619 x 481)


Νέος Ριζοσπαστης 9.9.1931, ο Θανάσης Κλάρας, ομολογεί την "αλήτικη" ζωή που έκανε πριν την ένταξή του στο ΚΚΕ:

Γιατί έκλεψα; Γεννημένος μέσα στο καθεστώς αυτό της ληστείας, της διαφθοράς, του πνευματικού σκότους και της διαστρέβλωσης της πνευματικής, έχοντας για σύμβουλο τον διεφθαρμένο αστικό πολιτισμό, έφτασα στο σημείο να κλέψω. Όχι αυτό μόνο. Ρωτήστε τον τόπο της καταγωγής μου: Θα μάθετε πως στα μικρά μου χρόνια χαρτόπαιζα, μεθούσα, πιστόλιζα για το τίποτε και τον τυχόντα μέσα στα καφενεία. Αυτά ως το 1924, ακόμα και το ’25 σχεδόν, όταν επί τέλους άρχισα με τη βοήθεια κομμουνιστών εργατών και διανοουμένων να βλέπω όχι θολά, μα με κάποια καθαρότητα.

Η στράτευση, ως αλλαγή στάσης και αξιών ζωής, σενάριο που θα επαναλαμβάνεται στον κομματικό τύπο, ακόμα και μετά το 1974. Πχ. σε κάποιον Ριζοσπάστη του 1975, μια σχετικά παρόμοια ιστορία, σε άλλες όμως, πιο λάιτ διαστάσεις:





Μπινές, κίναιδος, ή απλά πούστης ο υπουργός, δεν έχει σημασία η λέξη. Αυτό που έχει σημασία, είναι η ιδέα, που εφαρμόστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα:

Η ιδέα της καταγγελίας της υποκρισίας του ομοφυλόφιλου της εξουσίας.

Την πρωτιά σε αυτού του είδους τις καταγγελίες, την έχει η Γερμανία. Το 1907, δημοσιογράφος Maximilian Harden, κατήγγειλε τον Φίλιππο, πρίγκηπα του Όιλενμπουργκ, στενό φίλο και πολιτικό σύμβουλο του Κάιζερ Γουλιέλμου ΙΙ, για "παρά φύσιν" δραστηριότητες, μαζί και τον στρατιωτικό διοικητή του Βερολίνου στρατηγό Κούνο Μόλτκε.

Η Γερμανία θα συγκλονιστεί από μία σειρά δικών, όπου θα καταδικαστούν δεκάδες ομοφυλόφιλοι, στην ανώτερη διοίκηση, αλλά και στο ίδιο το στράτευμα. Ειδικά για το τελευταίο, θα αποκαλυφτούν θυελλώδεις ερωτικές - εκπληκτικές θα έλεγα - σχέσεις, μεταξύ των στρατιωτών και των αξιωματικών. Ο παγκόσμιος τύπος, θα ασχοληθεί με απερίγραπτη ηδονή, με την υπόθεση αυτή. Ο γερμανικός στρατός, θα περιγραφτεί ως ένας στρατός ομοφυλόφιλων, ένας στρατός ταγμένος στο ιεραρχικό ξεκώλιασμα, με τις καρικατούρες να ασχολούνται με σκατολογική εμμονή, με τις κωλοτρυπίδες των Πρώσσων στρατιωτών.





Zoom in (real dimensions: 646 x 824)Η επιθεώρηση του στρατηγού: Ο Στρατός είναι μια μεγάλη οικογένεια. Είστε όλοι σας, ανίψια μου !!! Γελοιογραφία του Α. Ρουμπύγ (Le Rire 9 Νοεμβρίου)

Τελικά, ακριβώς όπως και στη Γερμανία του 1907, έτσι και στην Ελλάδα του 1931, το αποτέλεσμα ήταν προδιαγεγραμμένο:
Η καταγγελία της υποκρισίας των ομοφυλόφιλων της εξουσίας, γρήγορα, πολύ γρήγορα, με μαθηματική ακρίβεια, θα μετατραπεί σε καταγγελία της ίδιας της ομοφυλοφιλίας.